18 Σεπτεμβρίου 2016

τώρα ΙΙ

Φανταζόμαστε
Φανταζόμαστε πολύ.
Ονειροπολούμε. Όλοι μας.
Φτιάχνουμε ιστορίες με λεπτομέρειες και χρώματα και διακλαδώσεις
με δόσεις ρεαλισμού
για να μην μπορεί το μυαλό να αντισταθεί
αφού όλα μοιάζουν τόσο αληθινά μάλλον είναι.
Κι όταν περπατάμε
όταν μιλάμε
όταν πέφτουμε για ύπνο
είμαστε αδίστακτοι. Φανταζόμαστε.
Τα μάτια μπορούν να αντιλαμβάνονται το τώρα
και να φαντάζονται κι ένα άλλο παράλληλο τώρα
λίγο πιο θελκτικό λίγο πιο οικείο λίγο πιο ανακουφιστικό
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο βλέπω και στο κοιτάζω.
Κοιτάς, βλέπεις;
Ναι, το κοιτάς. Το βλέπεις;
Πόσο χρονοβόρα είναι η διαδικασία του να κοιτάξεις κάτι και πραγματικά να βλέπεις.
Και αντίστροφα, πόση ζωή έχει χαθεί κοιτώντας και όχι βλέποντας.
Είναι μια κάποια δύναμη που σαν να σηκώνει το πέπλο απ' τα μάτια σου
κάποιες στιγμές, επιλεγμένες ίσως
και βλέπεις και μπορείς να διακρίνεις
χωρίς να αναλύεις, απλά βλέπεις
απλά είσαι, βλέποντας
Δε σε διαχωρίζει τίποτα απ' αυτό που βλέπεις
Ρέεις με τα χρώματα και τις δονήσεις του
Κινείστε χωρίς όρια
Όλα είναι πιο ζωντανά τότε.
Το μυαλό δε φεύγει, το σώμα δεν απασχολείται από κάτι άλλο.
Κοιτάς, και βλέπεις κάθε καμπύλη κάθε γραμμή κάθε μόριο σύνθεσης.

Υπάρχει μια ζωή που πέρασε και δεν την είδες ποτέ
γιατί η συνήθεια σε έπεισε πως είναι κάτι που έχεις ξαναδεί.
Κι όμως ήταν εκεί.
Υπάρχουν στιγμές που πέρασαν και προσπέρασαν ανέγγιχτες.
Κι όμως ήταν εκεί.
Κι αντ' αυτού, νοσταλγούμε πράγματα που φανταστήκαμε και δε ζήσαμε ποτέ.

19 Ιουνίου 2016

τι έγινε απόψε το βράδυ

Υπάρχει μια αίσθηση εκνευρισμού όταν δεν μπορώ να δημιουργήσω κάτι. Σαν να μην κυλάει η ζωή. Στέκεται στάσιμη και με κοιτάει, περιμένει να δει ποια θα είναι η επόμενή μου κίνηση. Την κοιτάω πίσω και λέω τώρα τι κάνουμε; Γελάει. Πότε προσπαθούμε να ελέγξουμε κάτι που μας ενοχλεί και πότε αφηνόμαστε στη ροή; Αυτοσυγκράτηση και ροή, έλεγχος και ελευθερία, πότε εφαρμόζεται τι. Πότε προσπαθούμε και πότε αφηνόμαστε.
Πιάνω χαρτιά λευκά και μολύβια και αφήνω τα χέρια μου να δω τι θα κάνουν. Το μυαλό μου τα μπλοκάρει. Αισθάνομαι ότι μου φταίει ο χώρος. Ζεσταίνομαι. Ανοίγω και βγαίνω στο μπαλκόνι, αναρωτιέμαι γιατί δε βρέχει λέξεις ή χρώματα ή χάρτες. Γιατί δε βρέχει δρόμους και βρέχει προσπάθεια και κόπο. Μου λείπει εκείνη η αίσθηση όταν έχεις τελειώσει κάτι πολύ δικό σου, κάτι πάρα πολύ καλό για σένα έστω που δε σε νοιάζει αν θα το δει κάποιος άλλος ή αν είναι μόνο για σένα και τον εαυτό σου και αισθάνεσαι κάπως πλήρης, ότι έχεις επιτελέσει κάποιο έργο και όλα κυλάνε λίγο πιο ομαλά απ' ότι πριν. Κρατάει λίγο αλλά είναι όμορφο. Καταλήγω στο ότι όλα αυτά θέλουν ροή. Όχι έλεγχο. Ροή, να βγει από μέσα προς τα έξω. Τα κλείνω όλα, και το μυαλό μου μαζί, τα παρατάω σε μια άκρη. Αναρωτιέμαι για λίγο αν έτσι μπαίνω σε μια κατάσταση χρονοκαθυστέρησης, αν δικαιολογώ τον εαυτό μου και περιμένω να κάνει κάτι που δεν μπορεί να κάνει. Όχι, όχι πάλι το ίδιο. Τα αφήνω. Θα 'ρθει η μέρα τους ξανά. 




Μου περνάνε απ' το μυαλό οι φορές που άφηνα κάποιον στο σημείο αποχωρισμού, γυρνούσα και έφευγα και έλεγα στον εαυτό μου μην κοιτάξεις πίσω, μην κοιτάξεις πίσω και πάντα το κεφάλι μου έστριβε και ξανακοιτούσε τον άλλο να φεύγει. Αν ήμουν λίγο τυχερή μπορεί να κοιτούσε κι εκείνος για ένα χαμόγελο ακόμα.